φάλη

ἡ, Α
βλ. φάλλη (II).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φαλή — φαλός white fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλής — φαλή̱ς , φαλῆς Phales masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλήτων — φαλή̱των , φαλῆς Phales masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Papyrus 98 — Manuskripte des Neuen Testaments Papyri • Unziale • Minuskeln • Lektionare Papyrus 98 …   Deutsch Wikipedia

  • φάλλη — (I) ἡ, Α φάλαινα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. φάλλαινα (Ι) (για ετυμολ. βλ. λ. φάλαινα)]. (II) και φάλη, ἡ, Α φάλλαινα (II). [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. φάλλαινα (ΙΙ) (για ετυμολ. βλ. λ. φάλλαινα [ΙΙ])] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.